Ο Εδουάρδος, ο Ερημίτης, ο Πάπας και ο Αρχάγγελος.   Leave a comment

Ο Εδουάρδος, ο Ερημίτης, ο Πάπας και ο Αρχάγγελος.

4444

Αφιερωμένο στον Μαρκ Τουειν.

4444

Κεφάλαιο 20, από το βιβλίο Πρίγκιπας και Φτωχός του Mark Twain.

20/07/2012

Ο Εδουάρδος έτρεξε μέχρι τις παρυφές του δάσους που απλωνόταν κοντά στο σπίτι της χήρας. Κάποια στιγμή έριξε μια ματιά πίσω του και όταν είδε πως οι δυο γνώριμες σιλουέτες τον είχαν πάρει το κατόπι, χώθηκε ακόμα ποιο βαθιά στο σκοτεινό δάσος.

Εκεί κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε. Ολόγυρα απλώνονταν μια περίεργη ησυχία, που την έσπαγαν κάθε τόσο κάτι απειλητικοί μακρινοί θόρυβοι. Ο νεαρός βασιλιάς, παγωμένος από τον φόβο και την κούραση, θα έδινε τα πάντα για να μπορέσει να ξαποστάσει λίγο. Όμως, είχε ιδρώσει πάρα πολύ από το τρέξιμο κι αφού έμεινε λίγα λεπτά ακίνητος, ένιωσε τον ιδρώτα του να παγώνει και θεώρησε πιο φρόνιμο να συνεχίσει. Αλλά δεν άργησε να συνειδητοποιήσει πως είχε χαθεί μέσα στο πυκνό δάσος. Τάχυνε το βήμα του, όμως οι άγριοι θάμνοι δυσκόλευαν την πορεία του.

Επιτέλους διέκρινε κάποιο σημάδι ζωής: μια μικρή λάμψη μέσα στο σκοτάδι. Προχώρησε προς τα εκεί και ανακουφίστηκε όταν διαπίστωσε πως το φως εκείνο προερχόταν από το παράθυρο μιας καλύβας. Όταν πλησίασε στην καλύβα άκουσε μια φωνή και τρόμαξε τόσο πολύ, που για μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Ξαφνικά, όμως, κατάλαβε πως η φωνή εκείνη προσευχόταν και βρήκε ξανά το κουράγιο του.

Ζύγωσε στο παράθυρο και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να κοιτάξει μέσα. Το καλυβάκι ήταν φτωχικό, με χωματένιο πάτωμα και πρόχειρα έπιπλα. Ένα κρεβάτι με φθαρμένες κουβέρτες έπιανε όλη την πέρα γωνιά, και δίπλα του υπήρχε ένας κουβάς κι ένα φλιτζάνι. Ο Εδουάρδος διέκρινε επίσης μερικές κατσαρόλες, κάτι τσουκάλια και ένα δυο ξύλινα, χοντροφτιαγμένα σκαμνιά. Στην άλλη γωνία έκαιγε μια φωτιά και δίπλα της υπήρχε ένας πρωτόγονος βωμός, που πάνω του διέκρινε μια ανοιχτή Βίβλο, ένα κουτί κι ένα αναμμένο κερί, τη λάμψη του οποίου είχε διακρίνει εκείνος από το παράθυρο.

Μπροστά στο βωμό έστεκε γονατισμένος ένας ηλικιωμένος άντρας. Είχε μακριά, άσπρα μαλλιά και γένια και μολονότι ήταν πετσί και κόκαλο, δεν έδειχνε ούτε άρρωστος ούτε ιδιαίτερα αδύναμος. Στους ώμους του είχε ριγμένη μια προβιά.

«Δόξα τω Θεώ!» μουρμούρισε το παιδί. «Είναι ένας ερημίτης, ένας ιερωμένος…»

Εκείνη τη στιγμή ο ερημίτης τελείωσε την προσευχή του και ο Εδουάρδος χτύπησε την πόρτα.

«Όποιος κι αν είσαι πέρασε!» ακούστηκε μια βαριά φωνή από μέσα. «Αλλά άφησε έξω τις αμαρτίες σου, γιατί ο χώρος τούτος είναι ιερός…»

Ο Βασιλιάς έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στον ερημίτη, που τον περιεργάστηκε με μεγάλο ενδιαφέρον.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε ο γέρος.

«Είμαι ο βασιλιάς», του απάντησε το αγόρι.

«Καλωσορίσατε, Μεγαλειότατε, καλωσορίσατε!» είπε ο ερημίτης.

Αυτή η ενθουσιώδης υποδοχή ήταν εντελώς αναπάντεχη.

«Ο Μεγαλειότατος ήρθε νε εξομολογηθεί τα κρίματα του στο φτωχικό μου…».

Ξαφνιασμένο και μπερδεμένο το αγόρι, προσπάθησε να διακόψει τον ερημίτη για να του πει πως έκανε λάθος, αλλά ο γέρος δεν ήθελε ακούσει τίποτα.

«Ω, ναι, θα βρείτε τη γαλήνη εδώ, μακριά από τους ανθρώπους που θα θελήσουν να σας παρασύρουν και πάλι στη μάταιη ζωή της πολυτέλειας και του συμφέροντος.

Ακούσατε τη φωνή του Κυρίου και απαρνηθήκατε την κενή ζωή σας… Κανείς δεν πρόκειται να σας ανακαλύψει εδώ. Μπορείτε να προσευχηθείτε και να μελετήσετε τη Βίβλο, ενώ ταυτόχρονα οι στερήσεις θα σας εξιλεώσουν από τα αμαρτήματα σας. Θα σας δώσω ένα τρίχινο ασκητικό ράσο και για τροφή δεν υπάρχει τίποτε άλλο από τα χόρτα και νερό».

Ο γέρος συνέχισε να μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτα λόγια, μόλις βρήκε την πρώτη ευκαιρία το αγόρι προσπάθησε να του διηγηθεί τις περιπέτειες του, αλλά ο ασκητής βιάστηκε να το διακόψει.

Τα μάτια του έλαμπαν διαβολικά:

«Σιωπή!» πρόσταξε. «Θα σου αποκαλύψω ένα μεγάλο μυστικό!».

Ο ασκητής πλησίασε τον βασιλιά, αλλά σαν να φοβήθηκε μήπως κρυφάκουγε κανείς, πήγε κι έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Όταν βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς άλλος απέξω, ξαναγύρισε κοντά στο βασιλιά. Αυτό που του ψιθύρισε στο αφτί, ήταν εντελώς εξωφρενικό:

«Είμαι… ένας αρχάγγελος!».

«Θεέ μου! Σκέφτηκε το αγόρι. «Πέφτω από το κακό στο χειρότερο. Είναι θεόμουρλος!».

Στο πρόσωπο του ζωγραφίστηκαν η ανησυχία και ο φόβος. Ο ερημίτης το πρόσεξε.

«Α! Ώστε κι εσύ εντυπωσιάστηκες με την αγιότητα τούτου του χώρου!» είπε.

«Η καρδιά σου πάει να σπάσει από το φόβο: Είναι φυσικό, αφού εδώ είναι σαν να βρίσκεσαι κάτω από το βλέμμα του Επουράνιου Πατέρα.

Εγώ ανεβοκατεβαίνω όποτε θέλω στον ουρανό… Πάνε πέντε χρόνια που οι άγγελοι του ουρανού κατέβηκαν μέχρι εδώ.

Τους έστειλε ο Κύριος για να μου αναγγείλουν πως θα γινόμουν αρχάγγελος.

Ήρθαν και γονάτισαν εδώ μπροστά μου… Ύστερα με ανέβασαν στον ουρανό μαζί τους, όπου με υποδέχτηκαν οι πατριάρχες.

Κοίταξε το χέρι μου! Εμπρός, άγγιξε το! Ορίστε….

Ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, έχουν σφίξει όλοι τους τούτο το χέρι!».

Ο γέρος σταμάτησε να μιλάει για λίγο. Ύστερα φώναξε θυμωμένος:

«Ένας αρχάγγελος. Είμαι ένας αρχάγγελος! Ένας απλός αρχάγγελος, ενώ εγώ ήθελα να γίνω πάπας!

Ε, ναι, είναι όπως σας τα λέω. Ο ίδιος ο Επουράνιος Πατέρας μου το φανέρωσε εδώ και είκοσι χρόνια, σ’ένα όραμα.

Θα ήμουν πάπας από χρόνια, αν ο βασιλιάς δεν είχε αρνηθεί τη μοναστική μου ιδιότητα.

Αναγκάστηκα να το σκάσω. Να περιπλανηθώ σ’ολοκληρη τη γη ολομόναχος, ξεμακραίνοντας διαρκώς από το πεπρωμένο μου!»

Ο ερημίτης συνέχισε να μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτα λόγια που έμοιαζαν με κατάρες, ενώ επαναλάμβανε διαρκώς την ίδια φράση:

«Πάπας! Θα έπρεπε να ήμουν πάπας, και δεν είμαι παρά ένας αρχάγγελος!».

4444

4444

Advertisements

Posted July 20, 2012 by bmplefour in Books

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: